Photo by Dane Deaner on Unsplash

Ένας από τους κύριους σκοπούς της μουσικοθεραπείας είναι η συνεχής οικοδόμηση μιας θεραπευτικής σχέσης μεταξύ του μουσικοθεραπευτή και του πελάτη ή ασθενή, η οποία μπορεί να επηρεάσει θετικά τη θεραπευτική διαδικασία. Οι Bunt & Hoskyn (2013) αναφέρονται σε μία από τις απόψεις του Hillman για την ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης, τονίζοντας ότι «το βασικό συστατικό κάθε θεραπευτικής σχέσης είναι φαινομενικά η συνάντηση δύο ψυχών» (Hillman 1972: 27).

Αρχικά, οι μουσικοθεραπευτές εξετάζουν το έργο του Stern (1985), το οποίο εμβαθύνει στις πρώιμες ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις και εστιάζει στη σχέση μεταξύ του κύριου αντικειμένου-(μητέρα) και του παιδιού. Αυτό που είναι χρήσιμο για τους μουσικοθεραπευτές είναι ότι μπορούν να δημιουργήσουν μια μη λεκτική επικοινωνία, όταν εργάζονται με ασθενείς ή πελάτες με περιορισμένες λεκτικές δεξιότητες. Η Ψαλτοπούλου (2016, σελ. 92) αναφέρει ότι: “Η πρώτη σχέση του κάθε ανθρώπου που θυμίζει μουσικοθεραπεία (όχι φυσικά με την έννοια κλινικής προσέγγισης), είναι η επικοινωνιακή σχέση μαμάς-βρέφους: καθαρά μη λεκτική-σωματική” (Stern, 1985; Aldridge, 1996).

Οι μουσικοθεραπευτές χρειάζεται συχνά να οραματιστούν μια παρόμοια διάσταση μη λεκτικής επικοινωνίας για την ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Είναι ειδικά εκπαιδευμένοι να ακούν το «μουσικό παιδί » (Nordoff-C. Robbins, 2007) και να συνθέτουν την αντίστοιχη ηχητική εικόνα στη μοναδικότητα της στιγμής. Στη συνέχεια, αρχίζουν να αλληλεπιδρούν με τον ασθενή διευκολύνοντας την επικοινωνία και τη μεταξύ τους σχέση. Ο Stern μίλησε για τη «διυποκειμενικότητα» (1985, 1990) και ο Trevarthen (1994; Trevarthen & Malloch, 2000) για τις μουσικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του πελάτη-θεραπευτή, που εμφανίζονται μέσω της αυτοσχεδιαστικής μουσικής (Birnbaum, J, C., 2014). Στο βιβλίο της Oldfield (2009), ο Stewart (1996, σελ. 22) πρότεινε ότι «το θεμελιώδες μοντέλο για την κατανόηση των ψυχοδυναμικών γεγονότων μουσικοθεραπείας είναι η αλληλεπίδραση μητέρας-βρέφους». Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που ένας γονέας είναι συντονισμένος με το παιδί του, ο Stern το παραλληλίζει με τη σχέση μεταξύ θεραπευτή και ασθενή, όπου ο θεραπευτής ανταποκρίνεται στις ενέργειες του πελάτη. Η μουσικοθεραπεία στηρίζει την ιδέα της μη λεκτικής μουσικότητας. Χαρακτηριστικά όπως η αναπνοή, ο καρδιακός παλμός και άλλα μουσικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον τρόπο δράσης ενός ατόμου προσφέρουν υλικό στον θεραπευτή για κλινικό αυτοσχεδιασμό. Έτσι, ο πελάτης αντιλαμβάνεται ότι ο θεραπευτής ενεργεί με ενσυναίσθηση προς τα συναισθήματα και τις εκφράσεις του και ότι μπορεί να συντονιστεί μαζί του.

Τα πρώτα αποτελέσματα της μουσικοθεραπευτικής σχέσης είναι η οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Η θεραπευτική διαδικασία εξελίσσεται με τις κατάλληλες παρεμβάσεις του μουσικοθεραπευτή. Οι ασθενείς έρχονται στη θεραπεία φέρνοντας τις δικές τους ανάγκες, ανησυχίες, επιθυμίες, εμπειρίες και συναισθήματα, και οι μουσικοθεραπευτές ανταποκρίνονται σε αυτά με το να μπορούν να διαφοροποιήσουν τις δικές τους εμπειρίες και απόψεις (Bunt, L.; Hoskyns, S. 2013). Μόλις ο πελάτης ή ασθενής νιώσει ότι μπορεί να βιώσει οποιαδήποτε συναισθηματική κατάσταση εκείνη τη στιγμή με την αποδοχή από τον μουσικοθεραπευτή το συναίσθημά του αλλάζει και εξελίσσεται (Rogers, 1996). Δεδομένου ότι ο μουσικοθεραπευτής καλείται να κάνει συγκεκριμένες επιλογές θεραπευτικών παρεμβάσεων πιάνοντας τις στιγμές κατά τον αυτοσχεδιασμό, ο πελάτης μπορεί να δει τις πιο βαθιές πτυχές του εαυτού του και να ενεργήσει πιο αυθόρμητα σε αυτό το μουσικό ταξίδι.

Σύμφωνα με τους Bunt & Hoskyns (2013), οι μουσικοθεραπευτές “ακούν” πολύ προσεχτικά τόσο αυτά που ακούγονται όσο και αυτά που δεν ακούγονται στο δωμάτιο θεραπείας. Η θεραπευτική σχέση περιλαμβάνει τέσσερις ιδιότητες που αφορούν:

  • Την μουσική ενσυναίσθηση και απήχηση
  • Την θεραπευτική στάση και παρουσία
  • Θεραπευτής και πελάτης-ασθενής να είναι μαζί
  • Προσπάθεια για ένωση, σύνδεση


Τέσσερα ζωτικά στοιχεία στη μουσικοθεραπεία είναι η φαντασία, η διαίσθηση, ο αυτοσχεδιασμός και η νοημοσύνη που ξεκινούν από το αγγλικό «I» και μπορούν να συμβάλουν θετικά στην διαδικασία.

Στη διαδικασία μουσικοθεραπείας παρατηρούνται γενικά τρεις φάσεις:

  1. Αρχικη φάση – Εγκαθίδρυση σχέσης: Στη φάση αυτή γίνεται μια αρχική εκτίμηση και παρατήρηση των δυνατοτήτων του πελάτη, του αιτήματός του για θεραπεία.
  2. Μεσαία φάση – Στάδιο θεραπείας: Στη φάση αυτή, εφόσον έχει ήδη αρχίζει να χτίζεται η σχέση εμπιστοσύνης και ξεκινά η θεραπευτική αλλαγή.
  3. Τελική φάση – Κλείσιμο: Στη φάση αυτή ο μουσικοθεραπευτής προετοιμάζει τον πελάτη να διαχειριστεί όσο πιο ομαλά γίνεται το τέλος (Ψαλτοπούλου, 2015).

Λόγω της ιδιαίτερα ενεργητικής συμμετοχής του μουσικοθεραπευτή, υπάρχει ο κίνδυνος να προκύψουν θέματα αντιμεταβίβασης (countertransference). Γι’αυτο τον λόγο ο μουσικοθεραπεύτης συνεχίζει επ’αόριστον την εποπτεία και την ψυχοθεραπεία του.

Βιβλιογραφία

Ψαλτοπούλου, Τ. ,2015. ΜΟΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ [Προπτυχιακό εγχειρίδιο]. Αθήνα: Κάλληπος, Ανοιχτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. http://hdl.handle.net/11419/1530

Birnbaum, J.C., 2014. Intersubjectivity and Nordoff-Robbins Music Therapy. Music therapy perspectives, 32(1), pp.30–37.

Boucouvalas, M., 1997. Intuition the concept and the experience. In R. Davis-Floyd & P. Sven

Bunt, Leslie.; Hoskyns, S.,2013. The Handbook of Music Therapy. Hoboken : Taylor and Francis;

Nachmanovitch, S., 1990. Free Play: Improvisation in Life and Art , New York: Penguin Putman.

Nordoff, P., & Robbins, C., 2007. Creative music therapy: A guide to fostering clini-cal musicianship (2nd ed.). Gilsum, NH: Barcelona Publishers. Originally pub-lished 1977

Stern, D.N., 1985. The interpersonal world of the infant: a view from psychoanalysis and developmental psychology. BasicBooks.

Trevarthen, S.N., Malloch, 2000. The dance of wellbeing: Defining the musical therapeutic effect. Nordisk tidsskrift for musikkterapi, 9 (2) (pp. 3-17)